Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ευγενική χειρονομία


Αυτό το σόι στο χωριό το είχαν βρει συμφορές μεγάλες και ουκ ολίγες.Για την ακρίβεια (σχεδόν μαθηματική) οι άρρενες αυτού του σογιού,πριν καλά-καλά κλείσουν τα σαράντα, με ή χωρίς προειδοποίηση εφεύγαν με ψηλά το κεφάλι και καθαρό το κούτελο από τον μάταιο τούτο κόσμο.Κάτι οι πολέμοι, κάτι οι αρρώστιες. κάτι οι βεντέτες ήταν συνθήκες ικανές ώστε να αφήνουν ακέφαλη από αρχηγό τη φαμίλια κάθε τρεις και λίγο.Έτσι, οι γυναίκες αφού έθαβαν και πενθούσαν το νεκρό τους με όλες τις τιμές , αναλάμβαναν -θέλοντας και μη - και το φορτίο του αφενικού.Έτσι πρόλαβα κι εγώ την τελευταία πάτερ φαμίλα....τη θεία Ευγενία.
Η θεία Ευγενία αφότου επωμίστηκε τα βάρη της χηρείας της είχε υπό την επίβλεψή της ακίνητα χωράφια,κινητά  ζωντανά, γριά μάνα χήρα, γριά πεθερά χήρα και τις ορφανές δίδυμες ανηψιές της (παιδιά του αδικοχαμένου αδερφού της).Τη νύφη της τη χάσανε στη γέννα,άχρηστη ντιπ αυτή η μαμή, το σερί επιτυχιών της το είχε μόνο στα ζώα.Η ίδια η Ευγενία δεν πρόλαβε να κάνει παιδιά γιατί αμέσως μετά το γάμο της έμεινε -τι άλλο;- χήρα. Είπε κάποτε να αλλάξει για λίγο τα μαύρα με κανά γκρίζο ρουχαλάκι έτσι ,για να μην μαυρίζονται και τα παιδιά αλλά δεν πρόλαβε, γιατί αρχίνισαν να φεύγουν για τονάλλο κόσμο οι μανάδες της.Έτσι το πήρε απόφαση πια, ότι τα μαύρα δεν θα τα έβγαζε από πάνω της.Μάλλον το ΄χε και σε γρουσουζιά  αυτό ,γιατί κάθε φορά που πήγαινε να τα βγάλει....τσουπ ο Χάρος καλώστονε.Τόσο που είχε συνηθίσει τα θανατερά ώστε έγιναν η ζωή της ,η απασχόλησή της ,δηλαδή ταξινομούσε το χρόνο της σύμφωνα με τα τελετουργικά πάρε-δώσε αποθανόντων με ζωντανούς.Τότε το μνημόσυνο του Παντελή,στις τάδε του μήνα τα εξάμηνα του Γιώργη ,να πάω να βοηθήσω την κακομοίρα την Ελένη στα τρίμηνα του συχωρεμένου και ούτω καθ'εξής.
Αφού λοιπόν ,έθαψε και τις μάνες της και αφού άλλο θανατικό δεν προβλεπόταν στον ορίζοντα ένεκα δεν υπήρχε "υλικό"σε κρίσιμη ηλικία η θεία  αποφάσισε να φύγει..πούλησε όλα της τα υπάρχοντα, ζαλώθηκε τα μπογαλάκια της, αμπάρωσε το σπίτι της και με σφιγμένη τη καρδιά, πήρε τα ορφανά από το χέρι και ξεκίνησε για την πρωτεύουσα
.Γι' αυτές τις δυο ψυχούλες έφευγε...γιατί το 'νιωθε... εδώ στο χωριό τι εφόδια θα 'χαν τα έρημα να μεγαλώσουν κατά πως πρέπει. Ενώ στην πόλη.... αν τη βοήθαγε κι ο Θεός, ίσως κατάφερνε να τα σπουδάσει, να τα καλοπαντρέψει... σκεφτόταν μέσα της η Ευγενία και έκανε το σταυρό της γεμάτη αγωνία αλλά και ελπίδα για το αύριο.
Ήρθε και βολεύτηκε σε μια γωνίτσα της πόλης και προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να τα φέρει βόλτα.Με νύχια και με δόντια στην κυριολεξία γιατί έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα να κάνει... να πλέκει με το βελονάκι... δαντέλες, τραπεζομάντηλα,κουρτινάκια της κουζίνας ,κουβέρτες καλές για το κρεβάτι της νύφης, ό,τι της παραγγέλναν τέλος πάντων.Έτσι με τα νύχια ξέπλεκε το νήμα της άμα της μπερδευόταν και με τα δόντια της έκοβε στο τέλος της σειράς.Νύχτα-μέρα έπλεκε, να μην λείψει τίποτα στα παιδιά τώρα που ξεκίνησαν και το σχολείο.Οι στερήσεις της πολλές, αρκεί να μην τους έλειπε τίποτα.Και περνούσε γρήγορα ο καιρός,τα κορίτσια μεγαλώναν και προόδευαν και τα χέρια της Ευγενίας, ακόμα κι όταν δεν έπλεκε σαν να είχαν πάρει μια μόνιμη κλίση όπως όταν έπλεκε ...να για παράδειγμα, τα δάκτυλά της δεν άνοιγαν τελείως και ο δείκτης στο αριστερό της χέρι από όπου περνούσε το νήμα είχε αυλακωθεί εντυπωσιακά...είμαι σίγουρη για αυτό γιατί το παρατηρούσα συνεχώς κάθε φορά που πηγαίναμε επίσκεψη με τη γιαγιά.Αλλά η Ευγενία ήταν ακούραστη ειδικά τώρα που τα κορίτσια επέρασαν στο Πανεπιστήμιο.Διαβάζαν πολύ και ξενυχτούσαν κι αυτά και κουράζονταν, ξενυχτούσε πλάι τους και η θεία πλέκοντας.Τα λυπόταν η Ευγενία έτσι που τα έβλεπε όλη μέρα πάνω από τα βιβλία γι' αυτό και φρόντιζε να τους μαγειρεύει τα πιο διαλεχτά, τα καλύτερα να τους παραγγέλνει στο χασάπη ή στον ψαρά.Αλλά τα καλύτερα μόνο για τα παιδιά ,όχι για τον εαυτό της, αυτό το θεωρούσε περριτή σπατάλη και πολυτέλεια.Στερούταν κάθε μέρα λοιπόν , για χρόνια ολόκληρα."Φάτε καλά, "τους έλεγε "φάτε να έχετε δυνάμεις"και εκείνες της απαντούσαν πως κι αυτή πρέπει να φάει, να ΄χει δύναμη."Εμένα ψυχή μου δεν μου αρέσει το μοσχαράκι, φάτε εσείς"απαντούσε.Και όταν έπεφταν για ύπνο τα κορίτσια και η Ευγενία μάζευε τα πιάτα ,μόνη καθώς ήταν έβρισκε εξαιρετικότατον αυτό το μοσχαράκι ,καθόταν λοιπόν σε μια γωνίτσα και ξεκοκκάλιζε η καημένη, πεινασμένη και κουρασμένη όπως ήταν ,ότι είχε απομείνει στα πιάτα.Κι έπεφτε για ύπνο χορτάτη από τα αποφάγια κι ευχαριστημένη που υπήρχαν κι αυτά.Ναι...σε εκείνη τη γωνίτσα της, στο σκαμνάκι με το πιάτο στα γόνατα πάνω στην ποδιά της , ήσυχα και ταπεινά η Ευγενία έκανε το χρέος της και τη θυσία της.Τέτοια καρδιά είχε.
Τα κορίτσια τέλειωσαν τις σπουδές ,έπιασαν και δουλειές καλές και φτιάξαν αρκετά τα πράματα. Αγόρασε και η κάθε μια το σπιτάκι της. Άφησε λίγο κι η θεία το βελονάκι γιατί κουραζόταν στα μάτια εύκολα τώρα πια.Η μια από τις δίδυμες η Μαρία παντρευόταν.Γεμάτη καμάρι η Ευγενία ,δόξαζε όλη τη μέρα εκείνη το Θεό που της τα 'χε φέρει όλα δεξιά αλλά αλοίμονο...δέχτηκε χτύπημα βαρύ. Στο τραπέζι , ο γαμπρός έβαλε κι ένα πιάτο γεμάτο με όλα τα καλά για τη θεία, το 'δε όμως η Μαρία και πετάγεται ζωηρή-ζωηρή ...."ααα στης θείας το πιάτο όχι κρεατικά Γιάννη μου ,μόνο πίτες και σαλάτα "Δαγκώθηκε η θεία, ξαναδαγκώθηκε, φούντωσε ξεφούντωσε αλλά άχνα ,τι να πει; και σε ποιον;Άντε τώρα να περιμένει την ευκαιρία να τρυπώσει στην κουζίνα να ξεμοναχιάσει τα πιάτα των κοριτσιών χώρια που  ήταν αναγκασμένη να παριστάνει μπροστά στα κορίτσια τη χορτοφάγο επ' άπειρον ,ακόμα και τώρα που δεν υπήρχε ανάγκη πια.
Αυτή της τη συνήθεια λοιπόν ,να ξεκοκκαλίζει τα κοκκαλάκια από τα πιάτα των κοριτσιών, δεν την εγκατέλειψε ποτέ.Ή μπορεί και η συνήθεια να μην εγκατέλειπε την τρομερή Ευγενία.Και αν καμμιά φορά στο σπίτι της -σπάνια δηλαδή-μαγείρευε κρέας για τον εαυτό της , τη νοστιμιά που έβρισκε σε εκείνο το λίγο κρέας γύρω από τα κοκκαλάκια , δεν την έβρισκε πουθενά αλλού.!!

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

το σπίτι

--..εντάξει ρε μάνα...αθάνατα τα έπιπλα ,με αυτή τη σκέψη θα φύγω ήσυχη από  τον κόσμο ετούτο ,θα ξέρω πως οι καναπέδες καρυδιάς θα στέκουν εκεί αγέρωχοι και ακλόνητοι μέσα στο χρόνο,το σπουδαίο μου αυτό κληροδότημα και η κληρονομιά μου
 -- τι είναι αυτά που λες πάλι? άντε...εγώ σου λέω πάντως,πως είναι κρίμα να τα δώσεις...

είχε κάτι λεφτουδάκια στην άκρη γι' αυτό το σκοπό,θα άλλαζε τα έπιπλα με πιο ανάλαφρα πράματα, τώρα μεγάλωσε κι ο γιος και μπαινόβγαινε με φίλους,συναδέρφους,φιλενάδες,ας ήταν κάπως πιο μοντέρνο το σαλόνι έστω
όχι το δωμάτιό της όμως,αυτό δεν θα το πείραζε και ειδικά εκείνο το διπλό κρεβάτι που εκεί είδε τη ζωή της να ανθίζει από αγάπη στα πρώτα χρόνια ,και  με βουβό κλάμα να ποτίζει τα στρώματα εκείνα τα τρία  χρόνια του μεγάλου της χαμού

πήγε και κοιτάχτηκε στον παλιό καθρέφτη της κάμαρας ,χτένισε αργά κι έπιασε πίσω τα μαλιά της, γκριζάρισαν στους κροτάφους...τι τα ήθελε και τα μαλιά και τα χαϊρια τους ? ..της ήρθε να αρπάξει τη μηχανή και να τα πάρει όλα γουλί,τα ωραία μαλιά είναι για τις δυνατές κοπέλες ,που έχουν κάποιο στόχο και αγωνίζονται να τον πετύχουν,αναλόγως τα όνειρα  αλλάζουν και τα χρώματα ...ας είναι
 όλη η γκάμα της ζωής της πέρασε σαν σκιά από μπροστά της

στην αρχή ήταν όλα καλά,αγαπιόντουσαν όπως όλοι οι νιόπαντροι,είχαν κάτι ατυχίες στη σύλληψη και χάναν τα μωρά αλλά ήταν παιδιά ακόμα,είχαν καιρό...
κάποτε γεννήθηκε το πρώτο τους αγόρι ...θυμάται τώρα πόσο είχε μισήσει τον γιατρό που της τα είπε ξερά μπαμ κι έξω τα μαντάτα..αν ζήσει ως τα τρία δεν θα περπατάει,αν φτάσει μέχρι τα οχτώ δεν θα μπορεί να πάει σχολείο κανονικό,αν,αν.αν ...και 18 χρονών αν φτάσει, δεν θα αντέξει,θα πεθάνει
πήγε κι αλλού,γύρισε όλους τους  γιατρούς της Αθήνας και τους καθηγητές στο Παίδων , όλοι τα ίδια της λέγανε,ζήτησε να την βοηθήσουν να το πάει έξω κάπου στην Αμερική,στην Αγγλία κάπου, κάποιο γαμο νοσοκομείο θα υπήρχε ... όλοι την απέτρεψαν μάταιο ,της έλεγαν να ηρεμήσει και να σταθεί δυνατή δίπλα στο παιδί για όσο θα ζούσε
καλύτερα να ήταν άκληρη, στείρα,,,θα το 'παιρνε απόφαση...όχι αυτό το μαχαίρι, να της τα δίνει και να  τα παίρνει πίσω....όχι τέτοιο σταυρό
με μια βαλίτσα εξετάσεις κοιμόταν και την είχε πάντα δίπλα στο κρεβάτι της,μήπως χρειαστεί να τρέξει στη νύχτα ,το φως πάντα αναμμένο και μια σακούλα φάρμακα στο κομοδίνο
ο άντρας της στον καναπέ ,αυτή στην γωνίτσα του κρεβατιού δίπλα στον άγγελό της,για τρία χρόνια το τελευταίο βράδυ  κοιμήθηκε χωρίς να κλάψει καθόλου η ψυχούλα σε έναν ύπνο βαθύ και ήσυχο,το χέρι της δεν το τράβηξε στιγμή από πάνω του, το έσφιγγε το μωρό άθελά της λες και προσπαθούσε να μην της φύγει ,και το άγρυπνο βλέμμα της πάνω στο στηθάκι του να το βλέπει να ανεβοκατεβαίνει  .το ήξερε,το ένιωσε
και μόλις ξημέρωσε μαύρος ήλιος ,το φίλησε στο στόμα, το πήρε αγκαλιά και ξύπνησε τον άντρα της ,το φίλησε κι αυτός το έσφιξε πάνω του δυνατά και ξεκίνησαν να  παραδώσουν στο χώμα το πληγωμένο σώμα του και στους ουρανούς την αγνή ψυχή του

δεν μπόρεσε να το κλάψει όπως του έπρεπε,ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί ,λίγο πριν χάσει το πρώτο είχε μείνει έγκυος, μετά από λίγους μήνες ήρθε η χαρά της ζωής της , το σπίτι της γέμισε,έπεσε με τα μούτρα πάνω του για να ξεχάσει στην αρχή ,με λατρεία για τη νέα ζωή αργότερα το ρουφούσε με φιλιά όλη μέρα, την έσπρωχνε μακρυά του ο μικρός θυμωμένος και μπαΪλντισμένος από χάδια και αγκαλιές και αυτή γελούσε δυνατά και τον καμάρωνε να μιλάει,να περπατάει, να πηγαίνει κανονικό σχολείο ,να  γίνεται σωστό αντράκι,το παληκαράκι της

 μέσα στα βαριά γυρίσματα της ζωής τους ,χάθηκαν σαν ζευγάρι,εκείνος δεν άντεξε και βρήκε πιο ξεκούραστη αγκαλιά ,δεν την πείραξε καθόλου αυτό,είχαν γίνει σαν αδέρφια ,τώρα σκεφτόταν πως θα ήταν ωραίο να είχε το κουράγιο να αντιδράσει σαν φυσιολογική απατημένη γυναίκα, με γκρίνιες, ζήλιες ,παρακολουθήσεις κινητού και κινήσεων κλπ κλπ
αλλά απλά και ήσυχα αποφάσισαν να συγκατοικούν,αυτή στο διπλό κι αυτός στον καναπέ όταν γυρνούσε το ξημέρωμα

ξάπλωσε στην ακρούλα του διπλού, κουλουριάστηκε ,την τύλιξε τώρα μια θλίψη αόριστη , θα έφευγε  από το σπίτι ο γιος της κάποια στιγμή, το περίμενε αυτό και έτσι έπρεπε να γίνει,κάθε φορά που την έζωνε αυτή η  κωλομοναξιά έτριβε νευρικά τα χέρια της σαν να τα ξέπλενε από κάτι
θυμήθηκε όταν ήταν παιδί,θυμήθηκε τον παππούλη της ,γυρνούσε από τη δουλειά και πήγαινε αυτή και τον έβλεπε στον νιπτήρα να γυρίζει μέχρι τους αγκώνες το πουκάμισο με προσοχή και να πλένει με επιμέλεια  τα χέρια του και να μοσχοβολάει σαπούνι και χώμα μαζί,χώμα από χωράφια ,ασβέστες από οικοδομές ...
θυμήθηκε την παλιά της γειτονιά, σκόνη τα καλοκαίρια και λάσπη ατελείωτη τους χειμώνες
και τα βράδυα με το τίποτα να στήνουν γλέντια και χορούς μικροί-μεγάλοι
πλημμύρισε μια μέρα το ισόγειο και πήρε ο παππούς στα χέρια τα παιδιά και τα ανέβασε στο ταρατσάκι και προσπάθησε να σώσει ό,τι σωζόταν
μεγάλη ζημιά εκείνες οι πλημμύρες ,έδωσε για συμπαράσταση το κράτος τότε σε όλους ξηρά τροφή και πάνινα παιχνιδάκια για τα παιδιά, να απασχολιούνται για να αφήνουν ήσυχους τους μεγάλους να συνεφέρουν μεταξύ βρισιάς και τραγουδιού, πάλι στα φυσιολογικά τη ζωή τους

ας είχε να παλέψει κι αυτή τώρα με τέτοιες καταστροφές, αλλά όχι με την πληγή της απώλειας
ας είχε γυμνό το σπίτι από λούσα και στολίδια και ωραία και καινούρια  έπιπλα αλλά γεμάτο ξανά από ζωή και αγάπες και φωνές και αγκαλιές ,όχι από σιωπή και κατανόηση
δεν θα τρόμαζε αν πλημμύριζε το σπίτι από νερά ,την τρόμαξε που είδε τη ντουλάπα της ξανά γεμάτη μαύρα ρούχα,όλο και πιο πολλά τα μαύρα ....
ας γινόταν πάλι παιδί να αποκοιμηθεί κουρασμένη από το δρόμο,στη ποδιά της γιαγιάς της και όχι πάλι μόνη σε αυτό το απέραντο κωλοκρέβατο

**δεν ήρθες για να σώσεις τον κόσμο,κανείς δεν θα σώσει εσένα
είσαι μόνος σου σ' αυτή τη γιορτή**
 


Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

μάσκες

..οι υπέροχες μάσκες της ζωής μας,να κρύβουν με τόση γοητεία την άσχημη δειλία μας,το φόβο ,τη ντροπή μας
έτσι σε γνώρισε κι εσένα, με τη μάσκα του επίδοξου κατακτητή τίτλων και ανώτερων κύκλων ,να πασχίζεις για την υστεροφημία σου χωρίς να αναλογίζεσαι ποτέ ,πόσο χαμένη ζωή θα ξοδέψεις  μέχρι να πεθάνεις...
όλοι σε θαυμάζουν ,σε προσκαλούν παντού ,τα κατάφερες ...κι όμως τα βράδυα που μένεις μόνος στο σκοτάδι σε πονάει πολύ να σκέφτεσαι αυτή την καθαρή ψυχή που προσπέρασες όταν στάθηκε μπροστά σου χωρίς μάσκες, δίνοντας ευθαρσώς και χωρίς όρους  αγάπη... σε τρόμαξε ε?
το φως της έφτασε μέχρι την ναρκωμένη δικαιοσύνη σου
εσύ όμως θα την τιμωρήσεις για την λάμψη της ,έτσι πρέπει...
γιατί  είναι  τρομερά δελεαστικό εως και εθιστικό να παίζεις αρρωστημένα παιχνίδια εξουσίας με κάτι που σου προσφέρεται τόσο ανοιχτά,πρέπει να θρέψεις και το πιο σκοτεινά σου φεγγάρια ...
 να μην βγάλεις όμως ποτέ τη μάσκα σου  ,γιατί αν σταθείς κι εσύ απέναντί της  καθαρός ίσως τότε  να πρέπει να θυσιάσει και τη ζωή της την ίδια αν της το  ζητούσες ...

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Η θυσία

Μια φορά κι έναν καιρό,ζούσε σε μια άγρια ζούγκλα μια αγέλη λιονταριών .
Ο αρχηγός ήταν ένα δυνατό και άξιο λιοντάρι αλλά και κάπως αυταρχικό σαν μικρός δικτάτορας.
Πίστευε πως όλα πρέπει να έχουν  την επίβλεψή του,δεν εμπιστευόταν τις ικανότητες των άλλων ζώων,γινόταν απότομος και άδικα επικριτικός μαζί τους ,ισχυρογνώμων ,εγωκεντρικός και αλλαζόνας.
Του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συνεργαστεί με τα άλλα ζώα γιατί τα θεωρούσε κατώτερα.
Τα πλησίαζε μονάχα όταν ήθελε να πάρει επιβεβαίωση από αυτά, να βλέπει να τον θαυμάζουν και να τον επαινούν για την αξιοσύνη του και την ομορφιά του.
Γινόταν ελαστικός μαζί τους μόνο για να αντλήσει θαυμασμό και όχι για να ακούσει μήπως κι αυτά είχαν κάτι σπουδαίο να του πουν .
Τα υπόλοιπα ζώα τον υπηρετούσαν πιστά ,όμως καταλάβαιναν την υποκρισία του και πληγώνονταν και λίγο-λίγο άρχισαν να τον αντιπαθούν.

Κάποια μέρα,ήρθε η κακή η συγκυρία και το δυνατό λιοντάρι κινδύνευσε πραγματικά από μια ομάδα κυνηγών.
Καθώς ήταν έτσι ανυπεράσπιστο και αδύναμο μπροστά στην παγίδα που του έστησαν, προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον καλό μάγο του δάσους να έρθει να τον σώσει.
Και πράγματι εμφανίστηκε ο καλός μάγος όμως πριν τον σώσει του ζήτησε και ένα αντάλλαγμα .
Θα έκαναν μια συμφωνία για τη σωτηρία... και του λέει ο μάγος "θα σωθείς πραγματικά  μόνο αν  αλλάξεις και η αλλαγή θέλει μια θυσία .... αν δεν αλλάξεις θα χάσεις αυτό που σε έκανε βασιλιά"
Το λιοντάρι δεν έδωσε και πολλή σημασία στα λόγια του μάγου ούτε και τα πολυκατάλαβε , μάλιστα μέσα του σκέφτηκε .."σιγά ..τι μπορεί να χάσω? είμαι ο βασιλιάς κι  έχω ό,τι ζητήσω ", αλλά δέχτηκε πρόθυμα την συμφωνία και σώθηκε .

Πέρασε ο καιρός, τα πράγματα κυλούσαν φαινομενικά ήρεμα στο δάσος,τίποτε δεν άλλαξε στην ησυχία - τάξη - ασφάλεια της ζωής  ,το μόνο που άλλαξε ήταν ο βασιλιάς όπου είχε ξεχάσει την προειδοποίηση του μάγου και είχε γίνει  ακόμα πιο απρόσιτος και ματαιόδοξος  και τα υπόλοιπα ζώα τον υπηρετούσαν όλο και πιο απρόθυμα.

Και έφτασε εκείνη η παράξενη μέρα.Μια άσχημη μέρα για τον βασιλιά.Από το πρωί ένιωθε αλλόκοτα...σαν κάτι βαρύ να απλώνεται μέσα του, σαν μια παγερή δύναμη που σκέπαζε την ψυχή του και του ρουφούσε τη ζωή.
Αδύνατον να αντιδράσει ,δεν μπορούσε να σηκωθεί από το θρόνο του, τα πόδια του ξαφνικά  δεν τον βαστούσαν,σωριαζόταν κάτω, έκανε να βρυχηθεί..τίποτα, η φωνή του δεν έβγαινε,πως θα καλούσε σε βοήθεια τώρα?
Ηρθε σε απόγνωση, σε απελπισία, θυμήθηκε πως είχε απαγορεύσει στα άλλα ζώα να τον ενοχλούν ,ήθελε την ησυχία του όσο θα κάθεται στο θρόνο και θα αυτοθαυμάζεται, κανένας  δεν θα ανησυχούσε από την απουσία του ,κανένας  δεν θα τον αναζητούσε και τότε κατάλαβε πως όλοι τον σέβονταν από φόβο μόνο,κανένας δεν τον εκτιμούσε πραγματικά και αυτό που θα τον έσωζε τώρα θα ήταν η αγάπη τους γι αυτόν αλλά...
Και λίγο πριν χάσει τα λογικά του έτσι όπως ήταν  αβοήθητος, θυμήθηκε τον σοφό μάγο.
"Θα σωζόταν μόνο αν είχε αλλάξει", του είχε πει...θα σωζόταν αν είχε μάθει να συνεργάζεται και να είναι πιο ευπροσάρμοστος και ανοιχτός  ,αν είχε μάθει να συνυπάρχει και να αναγνωρίζει την  αξία και της πιο ταπεινής ύπαρξης, όχι  να θρέφει τον εγωισμό του και να πληγώνει αλλά να μοιράζεται  και κυρίως  αν είχε μεταβάλει τις αξίες του ώστε να εξευγενίσει την ψυχή του και να μπορεί να δίνει αγάπη χωρίς όρους και ανταλλάγματα για χάρη του "εμείς" και της ολιστικής αρμονίας.
Αυτή ήταν η θυσία ..να δίνει χωρίς αντάλλαγμα.Τότε θα ήταν ο πιο λαμπρός και όμορφος βασιλιάς ...όταν θα γινόταν υπηρέτης της ψυχής του  και όχι της ανασφάλειάς του.

Όμως τώρα ήταν  αργά... η δύναμή του χάθηκε



Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

ο Υπερβατικός αριθμός π 3,14

Θα εγκατέλειπες ποτέ τον αποστειρωμένο σου μικρόκοσμο ,για να ακολουθήσεις το όνειρο που θα σου δώσει χαρά και ίσως λύπη ? Τι θα ρίσκαρες γι αυτό?
Σίγουρα δε γεννήθηκες  control  freak αλλά να που η ύπουλη ανασφάλειά σου σε κάνει αυστηρό δικαστή των πάντων και πειθαρχημένο στρατιωτάκι στα τετραγωνικά που σου αντιστοιχούν.
Η ύλη που σε τριγυρίζει έγινε το οχυρό σου,και πιστεύεις πως μπορείς να ασκείς εξουσία επάνω της αλλά τελικά σε εξουσιάζει εκείνη.
Εικόνες άψυχες  και τετραγωνισμένες - εγκεφαλικά κουτάκια κλειστά και τακτοποιημένα - αψεγάδιαστη ύλη άχρωμη να σε ορίζει  χωρίς ένα ίχνος χαρούμενης σκόνης να σου θυμίζει....

Ο κύκλος δεν τετραγωνίζεται ,πάρτο απόφαση.
Και όσοι  προσπάθησαν να το κάνουν ,οδηγήθηκαν στην τρέλα.
Λάθος ερωτήσεις θα παίρνουν λάθος απαντήσεις.
Είσαι και είμαι κοντά στο θάνατο του φθαρτού μας σώματος  και είμαστε μέρος του Όλου ,που είναι Άπειρο και Αθάνατο .
Πως είναι δυνατόν εσύ,ένας θνητός να χωρέσεις σε έναν αλγόριθμο τις συμμετρικές αντιθέσεις του Σύμπαντος?
Η γελοία ματαιοδοξία σου σε έκανε να πιστέψεις πως θα ανακάλυπτες τον αριθμό εκείνον που θα υπολόγιζε με ακρίβεια την κοσμική συμμετρία, από το χρηματιστήριο έως το Θεό.

Πες μου...σε ποιά εξίσωση εκφράζεται η αγαλλίαση που νιώθεις όταν τα γυμνά σου πόδια πατάνε στην υγρή  άμμο? ή όταν ανασαίνεις το βρεγμένο εαρινό χώμα ,πόσοι δεκαδικοί χωράνε ?
Πως το κάνεις αυτό που αντλείς συναισθηματική χαρά από τον υλιστικό κόσμο ?
Σταμάτα να μετράς και ξεκίνα να νιώθεις.
Δεν το βλέπεις πως η άκαμπτη στάση σου προς τη ζωή, αρρωσταίνει το φυσικό σου σώμα?
Ούτε μια ίνα του κορμιού σου δεν ορίζεις ,γι΄αυτό κλείσε τα μάτια, άσε τον ήλιο να σε ζεστάνει και βούλωστο.

Αεί ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί,
το κύκλου μήκος ίνα ορίση διαμέτρω,
παρήγαγεν αριθμόν απέραντον,
και όν,φεύ,
ουδέποτε όλον θνητοί  θα εύρωσι.

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Θεσπρωτία


Ι. Μ.  ΄Αγιου Μηνά -Κόκκινο Λιθάρι Θεσπρωτίας













Δεν είμαι 'γώ μήτε θνητή, μήτε θεά
αέρας γίνομαιι, ασημένια βροχή,φωτιά και πυρωμένο σίδερο
πλάτανος και καρυδιά, αρνί και λύκος.

Σκιάζομαι
φωνές του Δευκαλίωνα και της Πύρρας με καλούν
να ταξιδέψω στη γη των Θεσπρωτών, των Χαόνων και των Μολοσσών.

Δεν είμαι 'γω μήτε θνητή , μήτε θεά
αετός που σκίζω τον αέρα, στάχυ στη γη φυτρώνω
στα βουνά κλέινομαι
στα χέρια μου κρατώ ουρανό και γη
κορφολογώ γέλια και πάθη των ανθρώπων
κι ύστερα τις οιμωγές τους
σαν τους βρουν αγάπες ,πίκρες και βάσανα
το φιδίσιο Καλαμά, βιγλάτορας διαφεντεύω.

Δεν είμαι 'γω μήτε θνητή ,μήτε θεά
στις κορυφογραμμές της Μουργκάνας περιδιαβαίνω
πάνω στα βήματα όσων άφησαν τα όνειρά τους
και αγκυλώνομαι στις κοφτερές τις πέτρες
τις ακούω να μιλούν σιγανά,ψιθυρίζουν της μοίρας το κάλεσμα
τη γη που μπολιάστηκε με αίμα
τον ποταμό που σέρνει δάκρυα
τη λαχτάρα του γυρισμού.

Δεν είμαι 'γω μήτε θνητή ,μήτε θεά
τραγούδια λέω μόνο μοιρολόγια
ξένη και άξενη στον τόπο τούτο
που εξορίζει μακρυά τα παιδιά του
τα σκορπίζει στα πέρατα του κόσμου
μα ομήρους τα 'χει να παλεύουν πάντα τη σκιά του.


                      αγνώστου ποιητή

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

τα φρούτα του πάθους

Η πείνα.... κακός σύμβουλος

..... πεινασμένα παιδιά , ψάχνουν με τη πεινασμένη μάνα τους κάθε βράδυ τους κάδους σκουπιδιών έξω από ένα σούπερ μάρκετ
Να τους μιλήσεις για πρόοδο ? για φιλοσοφία και ελληνική παιδεία ?μπα... όχι, δεν είναι η κατάλληλη ώρα.

Ο άντρας  πριν πάει στο ταμείο μετράει όλα τα ψιλά που έχουν οι τσέπες του, ακουμπάει κάτω το καλάθι, το υπολογίζει  και λέει του μικρού του γιου να πάει πίσω στο ράφι τη χάρτινη σακούλα με τα κεράσια.Ο μικρός γουρλώνει τα μάτια του,δεν λέει τίποτα, γιατί να έχει  αυτή την τύχη  αυτός  και τα κεράσια που τόσο του αρέσουν , τα παίρνει με προσοχή και τα κοιτάζει με πάθος πριν τα αποχωριστεί και με τα μικρά χεράκια του τα ακουμπάει προσεχτικά στο ράφι .Να μιλήσεις σε αυτούς τους ανθρώπους για τις νέες τεχνολογίες ή την ποίηση? μπα ... όχι ,κάποια άλλη στιγμή.

Ένας νέος πατέρας, που στις 4 τα ξημερώματα αιφνιδιάζει και αφοπλίζει τον ληστή μέσα στο διαμέρισμά του και ξυπνά σαστισμένη η μικρή του κόρη..Κοιτάζονται οι δύο άντρες με παγωμένα μάτια ,ακούνητοι μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου, εμφανίζεται το παιδί, ο πατέρας κρύβει απαλά το μαχαίρι πίσω στη μέση του και ο κλέφτης ακουμπάει με τρόπο στο πάτωμα τα ψιλοπράγματα που είχε αρπάξει.Είναι συμπατριώτης του ο ληστής και το ίδιο νέος , και αυτός με ένα παιδί, είναι γνωστοί εξ όψεως ,ξένοι στον ίδιο τόπο .
 Ο πατέρας μετά από αυτό και αφού ηρεμεί και ξανακοιμίζει το μωρό του μπαίνει στο μπάνιο, λυγίζει ,γονατίζει ,θέλει να ουρλιάξει και για να κρύψει την οργή του και τη λύπη του χώνει τη γροθιά στο στόμα του, δαγκώνεται,λυσσάει ,τα μάτια του για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του γεμίζουν δάκρυα. Κλαίει σιωπηλά γιατί φοβήθηκε γι αυτόν και για το παιδί του και  γιατί λυπήθηκε τον άλλον άντρα και το παιδί του.
Τί να πεις σε αυτούς τους δύο άντρες τέτοια ώρα? να τους μιλήσεις για ηθικούς κανόνες και πολιτισμό ? ξέρουν και οι δυο πόσο σου θολώνει το μυαλό η πείνα.....


Η πείνα ύστερα από μικρή διακοπή ξαναεμφανιζόταν πάλι.Κοίταζα το χωνί που έκανε εντύπωση πως ήταν ολόγεμο, φορτωμένο ωραία ασημένια νομίσματα και παρακινούσα τον εαυτό μου να το πιστεύει, πως ήταν γεμάτο πραγματικά.Προσπαθούσα να μαντέψω το ποσόν.Αν το πετύχαινα ακριβώς όσα κι αν ήταν, ήταν δικά μου! Μιλούσαα δυνατά, έβλεπα με το μυαλό μου τα όμορφα πενηντάρικα στο  βάθος του χωνιού και τις μεγάλες κορώνες από πάνω.Ένα χωνί όλο λεφτά!Το είχα φάει με τα μάτια και με τα χίλια στανιά κρατιόμουν από την επιθυμία , που μουρχόταν να σηκωθώ και να το κλέψω!
                                              Κνουτ Χάμσουν "η Πείνα"