Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

το σπίτι

--..εντάξει ρε μάνα...αθάνατα τα έπιπλα ,με αυτή τη σκέψη θα φύγω ήσυχη από  τον κόσμο ετούτο ,θα ξέρω πως οι καναπέδες καρυδιάς θα στέκουν εκεί αγέρωχοι και ακλόνητοι μέσα στο χρόνο,το σπουδαίο μου αυτό κληροδότημα και η κληρονομιά μου
 -- τι είναι αυτά που λες πάλι? άντε...εγώ σου λέω πάντως,πως είναι κρίμα να τα δώσεις...

είχε κάτι λεφτουδάκια στην άκρη γι' αυτό το σκοπό,θα άλλαζε τα έπιπλα με πιο ανάλαφρα πράματα, τώρα μεγάλωσε κι ο γιος και μπαινόβγαινε με φίλους,συναδέρφους,φιλενάδες,ας ήταν κάπως πιο μοντέρνο το σαλόνι έστω
όχι το δωμάτιό της όμως,αυτό δεν θα το πείραζε και ειδικά εκείνο το διπλό κρεβάτι που εκεί είδε τη ζωή της να ανθίζει από αγάπη στα πρώτα χρόνια ,και  με βουβό κλάμα να ποτίζει τα στρώματα εκείνα τα τρία  χρόνια του μεγάλου της χαμού

πήγε και κοιτάχτηκε στον παλιό καθρέφτη της κάμαρας ,χτένισε αργά κι έπιασε πίσω τα μαλιά της, γκριζάρισαν στους κροτάφους...τι τα ήθελε και τα μαλιά και τα χαϊρια τους ? ..της ήρθε να αρπάξει τη μηχανή και να τα πάρει όλα γουλί,τα ωραία μαλιά είναι για τις δυνατές κοπέλες ,που έχουν κάποιο στόχο και αγωνίζονται να τον πετύχουν,αναλόγως τα όνειρα  αλλάζουν και τα χρώματα ...ας είναι
 όλη η γκάμα της ζωής της πέρασε σαν σκιά από μπροστά της

στην αρχή ήταν όλα καλά,αγαπιόντουσαν όπως όλοι οι νιόπαντροι,είχαν κάτι ατυχίες στη σύλληψη και χάναν τα μωρά αλλά ήταν παιδιά ακόμα,είχαν καιρό...
κάποτε γεννήθηκε το πρώτο τους αγόρι ...θυμάται τώρα πόσο είχε μισήσει τον γιατρό που της τα είπε ξερά μπαμ κι έξω τα μαντάτα..αν ζήσει ως τα τρία δεν θα περπατάει,αν φτάσει μέχρι τα οχτώ δεν θα μπορεί να πάει σχολείο κανονικό,αν,αν.αν ...και 18 χρονών αν φτάσει, δεν θα αντέξει,θα πεθάνει
πήγε κι αλλού,γύρισε όλους τους  γιατρούς της Αθήνας και τους καθηγητές στο Παίδων , όλοι τα ίδια της λέγανε,ζήτησε να την βοηθήσουν να το πάει έξω κάπου στην Αμερική,στην Αγγλία κάπου, κάποιο γαμο νοσοκομείο θα υπήρχε ... όλοι την απέτρεψαν μάταιο ,της έλεγαν να ηρεμήσει και να σταθεί δυνατή δίπλα στο παιδί για όσο θα ζούσε
καλύτερα να ήταν άκληρη, στείρα,,,θα το 'παιρνε απόφαση...όχι αυτό το μαχαίρι, να της τα δίνει και να  τα παίρνει πίσω....όχι τέτοιο σταυρό
με μια βαλίτσα εξετάσεις κοιμόταν και την είχε πάντα δίπλα στο κρεβάτι της,μήπως χρειαστεί να τρέξει στη νύχτα ,το φως πάντα αναμμένο και μια σακούλα φάρμακα στο κομοδίνο
ο άντρας της στον καναπέ ,αυτή στην γωνίτσα του κρεβατιού δίπλα στον άγγελό της,για τρία χρόνια το τελευταίο βράδυ  κοιμήθηκε χωρίς να κλάψει καθόλου η ψυχούλα σε έναν ύπνο βαθύ και ήσυχο,το χέρι της δεν το τράβηξε στιγμή από πάνω του, το έσφιγγε το μωρό άθελά της λες και προσπαθούσε να μην της φύγει ,και το άγρυπνο βλέμμα της πάνω στο στηθάκι του να το βλέπει να ανεβοκατεβαίνει  .το ήξερε,το ένιωσε
και μόλις ξημέρωσε μαύρος ήλιος ,το φίλησε στο στόμα, το πήρε αγκαλιά και ξύπνησε τον άντρα της ,το φίλησε κι αυτός το έσφιξε πάνω του δυνατά και ξεκίνησαν να  παραδώσουν στο χώμα το πληγωμένο σώμα του και στους ουρανούς την αγνή ψυχή του

δεν μπόρεσε να το κλάψει όπως του έπρεπε,ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί ,λίγο πριν χάσει το πρώτο είχε μείνει έγκυος, μετά από λίγους μήνες ήρθε η χαρά της ζωής της , το σπίτι της γέμισε,έπεσε με τα μούτρα πάνω του για να ξεχάσει στην αρχή ,με λατρεία για τη νέα ζωή αργότερα το ρουφούσε με φιλιά όλη μέρα, την έσπρωχνε μακρυά του ο μικρός θυμωμένος και μπαΪλντισμένος από χάδια και αγκαλιές και αυτή γελούσε δυνατά και τον καμάρωνε να μιλάει,να περπατάει, να πηγαίνει κανονικό σχολείο ,να  γίνεται σωστό αντράκι,το παληκαράκι της

 μέσα στα βαριά γυρίσματα της ζωής τους ,χάθηκαν σαν ζευγάρι,εκείνος δεν άντεξε και βρήκε πιο ξεκούραστη αγκαλιά ,δεν την πείραξε καθόλου αυτό,είχαν γίνει σαν αδέρφια ,τώρα σκεφτόταν πως θα ήταν ωραίο να είχε το κουράγιο να αντιδράσει σαν φυσιολογική απατημένη γυναίκα, με γκρίνιες, ζήλιες ,παρακολουθήσεις κινητού και κινήσεων κλπ κλπ
αλλά απλά και ήσυχα αποφάσισαν να συγκατοικούν,αυτή στο διπλό κι αυτός στον καναπέ όταν γυρνούσε το ξημέρωμα

ξάπλωσε στην ακρούλα του διπλού, κουλουριάστηκε ,την τύλιξε τώρα μια θλίψη αόριστη , θα έφευγε  από το σπίτι ο γιος της κάποια στιγμή, το περίμενε αυτό και έτσι έπρεπε να γίνει,κάθε φορά που την έζωνε αυτή η  κωλομοναξιά έτριβε νευρικά τα χέρια της σαν να τα ξέπλενε από κάτι
θυμήθηκε όταν ήταν παιδί,θυμήθηκε τον παππούλη της ,γυρνούσε από τη δουλειά και πήγαινε αυτή και τον έβλεπε στον νιπτήρα να γυρίζει μέχρι τους αγκώνες το πουκάμισο με προσοχή και να πλένει με επιμέλεια  τα χέρια του και να μοσχοβολάει σαπούνι και χώμα μαζί,χώμα από χωράφια ,ασβέστες από οικοδομές ...
θυμήθηκε την παλιά της γειτονιά, σκόνη τα καλοκαίρια και λάσπη ατελείωτη τους χειμώνες
και τα βράδυα με το τίποτα να στήνουν γλέντια και χορούς μικροί-μεγάλοι
πλημμύρισε μια μέρα το ισόγειο και πήρε ο παππούς στα χέρια τα παιδιά και τα ανέβασε στο ταρατσάκι και προσπάθησε να σώσει ό,τι σωζόταν
μεγάλη ζημιά εκείνες οι πλημμύρες ,έδωσε για συμπαράσταση το κράτος τότε σε όλους ξηρά τροφή και πάνινα παιχνιδάκια για τα παιδιά, να απασχολιούνται για να αφήνουν ήσυχους τους μεγάλους να συνεφέρουν μεταξύ βρισιάς και τραγουδιού, πάλι στα φυσιολογικά τη ζωή τους

ας είχε να παλέψει κι αυτή τώρα με τέτοιες καταστροφές, αλλά όχι με την πληγή της απώλειας
ας είχε γυμνό το σπίτι από λούσα και στολίδια και ωραία και καινούρια  έπιπλα αλλά γεμάτο ξανά από ζωή και αγάπες και φωνές και αγκαλιές ,όχι από σιωπή και κατανόηση
δεν θα τρόμαζε αν πλημμύριζε το σπίτι από νερά ,την τρόμαξε που είδε τη ντουλάπα της ξανά γεμάτη μαύρα ρούχα,όλο και πιο πολλά τα μαύρα ....
ας γινόταν πάλι παιδί να αποκοιμηθεί κουρασμένη από το δρόμο,στη ποδιά της γιαγιάς της και όχι πάλι μόνη σε αυτό το απέραντο κωλοκρέβατο

**δεν ήρθες για να σώσεις τον κόσμο,κανείς δεν θα σώσει εσένα
είσαι μόνος σου σ' αυτή τη γιορτή**