Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Θεσπρωτία


Ι. Μ.  ΄Αγιου Μηνά -Κόκκινο Λιθάρι Θεσπρωτίας













Δεν είμαι 'γώ μήτε θνητή, μήτε θεά
αέρας γίνομαιι, ασημένια βροχή,φωτιά και πυρωμένο σίδερο
πλάτανος και καρυδιά, αρνί και λύκος.

Σκιάζομαι
φωνές του Δευκαλίωνα και της Πύρρας με καλούν
να ταξιδέψω στη γη των Θεσπρωτών, των Χαόνων και των Μολοσσών.

Δεν είμαι 'γω μήτε θνητή , μήτε θεά
αετός που σκίζω τον αέρα, στάχυ στη γη φυτρώνω
στα βουνά κλέινομαι
στα χέρια μου κρατώ ουρανό και γη
κορφολογώ γέλια και πάθη των ανθρώπων
κι ύστερα τις οιμωγές τους
σαν τους βρουν αγάπες ,πίκρες και βάσανα
το φιδίσιο Καλαμά, βιγλάτορας διαφεντεύω.

Δεν είμαι 'γω μήτε θνητή ,μήτε θεά
στις κορυφογραμμές της Μουργκάνας περιδιαβαίνω
πάνω στα βήματα όσων άφησαν τα όνειρά τους
και αγκυλώνομαι στις κοφτερές τις πέτρες
τις ακούω να μιλούν σιγανά,ψιθυρίζουν της μοίρας το κάλεσμα
τη γη που μπολιάστηκε με αίμα
τον ποταμό που σέρνει δάκρυα
τη λαχτάρα του γυρισμού.

Δεν είμαι 'γω μήτε θνητή ,μήτε θεά
τραγούδια λέω μόνο μοιρολόγια
ξένη και άξενη στον τόπο τούτο
που εξορίζει μακρυά τα παιδιά του
τα σκορπίζει στα πέρατα του κόσμου
μα ομήρους τα 'χει να παλεύουν πάντα τη σκιά του.


                      αγνώστου ποιητή

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

τα φρούτα του πάθους

Η πείνα.... κακός σύμβουλος

..... πεινασμένα παιδιά , ψάχνουν με τη πεινασμένη μάνα τους κάθε βράδυ τους κάδους σκουπιδιών έξω από ένα σούπερ μάρκετ
Να τους μιλήσεις για πρόοδο ? για φιλοσοφία και ελληνική παιδεία ?μπα... όχι, δεν είναι η κατάλληλη ώρα.

Ο άντρας  πριν πάει στο ταμείο μετράει όλα τα ψιλά που έχουν οι τσέπες του, ακουμπάει κάτω το καλάθι, το υπολογίζει  και λέει του μικρού του γιου να πάει πίσω στο ράφι τη χάρτινη σακούλα με τα κεράσια.Ο μικρός γουρλώνει τα μάτια του,δεν λέει τίποτα, γιατί να έχει  αυτή την τύχη  αυτός  και τα κεράσια που τόσο του αρέσουν , τα παίρνει με προσοχή και τα κοιτάζει με πάθος πριν τα αποχωριστεί και με τα μικρά χεράκια του τα ακουμπάει προσεχτικά στο ράφι .Να μιλήσεις σε αυτούς τους ανθρώπους για τις νέες τεχνολογίες ή την ποίηση? μπα ... όχι ,κάποια άλλη στιγμή.

Ένας νέος πατέρας, που στις 4 τα ξημερώματα αιφνιδιάζει και αφοπλίζει τον ληστή μέσα στο διαμέρισμά του και ξυπνά σαστισμένη η μικρή του κόρη..Κοιτάζονται οι δύο άντρες με παγωμένα μάτια ,ακούνητοι μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου, εμφανίζεται το παιδί, ο πατέρας κρύβει απαλά το μαχαίρι πίσω στη μέση του και ο κλέφτης ακουμπάει με τρόπο στο πάτωμα τα ψιλοπράγματα που είχε αρπάξει.Είναι συμπατριώτης του ο ληστής και το ίδιο νέος , και αυτός με ένα παιδί, είναι γνωστοί εξ όψεως ,ξένοι στον ίδιο τόπο .
 Ο πατέρας μετά από αυτό και αφού ηρεμεί και ξανακοιμίζει το μωρό του μπαίνει στο μπάνιο, λυγίζει ,γονατίζει ,θέλει να ουρλιάξει και για να κρύψει την οργή του και τη λύπη του χώνει τη γροθιά στο στόμα του, δαγκώνεται,λυσσάει ,τα μάτια του για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του γεμίζουν δάκρυα. Κλαίει σιωπηλά γιατί φοβήθηκε γι αυτόν και για το παιδί του και  γιατί λυπήθηκε τον άλλον άντρα και το παιδί του.
Τί να πεις σε αυτούς τους δύο άντρες τέτοια ώρα? να τους μιλήσεις για ηθικούς κανόνες και πολιτισμό ? ξέρουν και οι δυο πόσο σου θολώνει το μυαλό η πείνα.....


Η πείνα ύστερα από μικρή διακοπή ξαναεμφανιζόταν πάλι.Κοίταζα το χωνί που έκανε εντύπωση πως ήταν ολόγεμο, φορτωμένο ωραία ασημένια νομίσματα και παρακινούσα τον εαυτό μου να το πιστεύει, πως ήταν γεμάτο πραγματικά.Προσπαθούσα να μαντέψω το ποσόν.Αν το πετύχαινα ακριβώς όσα κι αν ήταν, ήταν δικά μου! Μιλούσαα δυνατά, έβλεπα με το μυαλό μου τα όμορφα πενηντάρικα στο  βάθος του χωνιού και τις μεγάλες κορώνες από πάνω.Ένα χωνί όλο λεφτά!Το είχα φάει με τα μάτια και με τα χίλια στανιά κρατιόμουν από την επιθυμία , που μουρχόταν να σηκωθώ και να το κλέψω!
                                              Κνουτ Χάμσουν "η Πείνα"                                           

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

ACTIVE-MEMBER - Τι άλλο φοβάσαι

Κάποτε σ' είδα στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου,
στο καιρό του τρόμου και του αλλόκοτου φόβου,
να διπλώνεσαι, ν' ανησυχείς και να τρομάζεις
και πριν καλάρουν οι μέρες το σκασμό να βγάζεις.
Να μια απ' τα ίδια -- ίδιοι δρόμοι -- ίδιοι κύκλοι•
γαβγίζουν οι άνθρωποι -- σκιάζονται οι σκύλοι,
θρηνούν μανάδες, και πού να ξαποστάσεις
όταν στη μνήμη σου μακραίνουν οι αποστάσεις.
Έτσι σκηνοθετούν το σήμερα άκριτοι κοσμοκράτορες,
βαρέθηκα τα έγκυρα - είναι όλοι προβοκάτορες
που πιάνονται απ' τον φόβο σου και φτιάχνουν ιστορίες
κι ενάντια στους άπιστους στήνουν σταυροφορίες
από χορτασμένους με το ίδιο ήθος και παράστημα
που θα εξοντώνουν όσα τους μοιάζουν άσχημα.
Έτσι κι εγώ αφού σκιάζεσαι ξανά σε φτύνω.
Ψάχνω, λοιπόν, ό,τι φοβάσαι για να γίνω...
Γίνομαι τάφος αντάρτη στο Ιράκ και μοιρολόι στη Παλαιστίνη,
τυφλός στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη•
πεινασμένος ιθαγενής στο Μεξικό,
χίλιες επεξηγήσεις για το φόβο σου στο λεξικό,
μοναχός στο Θιβέτ -- κι aboriginal στην Αυστραλία,
τζαμί καμένο από φασίστες στην Ιταλία•
εθελοντής γιατρός απ' την Αβάνα
και παιδί στην Τεχεράνη απ' ανύπαντρη μάνα•
νεκρός κι άταφος δάσκαλος στη Σομαλία,
κυνηγημένος τούρκος συγγραφέας στη Γαλλία,
εργάτης στα πετρέλαια στη Βενεζουέλα
και στο Μπέλφαστ μια ματωμένη φανέλα•
βραζιλιάνος με 8 σφαίρες στο κεφάλι στο Λονδίνο
- τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω.
Εγώ που κάνω όνειρα κι έχω πολλά ωραία να χάσω
κάνω και την αρχή -- δε γουστάρω να ησυχάσω.
Τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω
κι ας έχω τόσα πολλά κι ωραία να χάσω.
Κι ούτε στιγμή μη ρωτάς τι θα απογίνω,
μου φτάνει που δε γουστάρω να ησυχάσω
(που είμαι εδώ και θέλω τη βολή σου να χαλάσω -- πες μου, τι άλλο φοβάσαι)
Θα γίνω χρήστης που παλεύει για τη σωτηρία,
διψασμένος πρόσφυγας από τη Νιγηρία,
σαρίκι τυλιγμένο σε περήφανο κεφάλι
και μασάτι από αφρικάνικο ατσάλι.
Σφαγμένο θηλυκό απ' τους γονείς του στην Κίνα
κι ορφανό σε φαβέλα που πεθαίνει απ' την πείνα.
Τι άλλο φοβάσαι πες μου και θα γίνω...
Αλγερινός που ξημερώνεται σε γαλλικά λιμάνια
και μάτια που κοιτούν από πασαμοντάνια•
τούρκος αναλφάβητος που ζει στο Γκάζι
και μορφωμένος Αλβανός που σε τρομάζει•
στο τοίχος της ντροπής stencil απ' τον Banksy
κι ο εφιάλτης σου πριν να χαράξει.
Πες μου, τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω...

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

γύρω-γύρω όλοι

ΑΣ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
                        ΚΑΙ
ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ
Καθώς περπατώ μηχανικά , μια σπίθα που όπως φαίνεται ζει ακόμα στο άδειο βλέμμα μου,ξεφεύγει και στέκεται σε αυτό το σύνθημα σε κάποιο τοίχο του κέντρου της Αθήνας.
Αυτό το οπτικό ερέθισμα , είναι πολύ ισχυρό ,αφού δίνει την εντολή στα εγκεφαλικά μου κύτταρα, να αδρανοποιήσουν το τέλεια ρυθμισμένο, ρομποτικό μου βάδισμα.
Και σαν ξεκούρδιστο ανθρωπάκι, σταματώ απότομα εκεί που είμαι.
Εχω τα μάτια μου ανοιχτά ,όμως τώρα τα βάζω να δουν.
Ακίνητη ,κοιτάζω μπροστά, κάτω από αυτόν τον τοίχο, κομάται ένας άνθρωπος πάνω σε χαρτόκουτα,δίπλα του μια γυναίκα υπόσχεται γοητευτική εμφάνιση πουλώντας πάνω σε μια κουβέρτα χρώματα, αρώματα, ψεύτικα νύχια,ψεύτικα μαλλιά, ψεύτικα βλέφαρα...
Στα δεξιά μου ,δυο παιδιά,δυο ψυχές αγγέλων μέσα σε πληγωμένα σώματα, πίνουν παραμυθένια όνειρα και σιγοσβήνουν όρθια ,με την πλάτη στον τοίχο και γερμένα τα όμορφα κεφάλια τους.
Στα αριστερά μου μια παρέα αστυνομικών μιλάει και γελάει δυνατά και πιο πέρα μια μεγάλη γυναίκα  τάζει με το βλέμμα της ερωτικές συγκινήσεις.
Στο βάθος,στη πλατεία ένα πολιτικό κόμμα στήνει μια αντιπολεμική γιορτή με σημαίες και τραγούδια, ενώ πριν κάμποσα χρόνια  έστηνε εμφύλιους πολέμους
Και πίσω μου κορνάρει και  σταματά το όχημα της GROUP 4, οι άντρες της ασφάλειας, φορτώνουν γρήγορα-γρήγορα κάτι μεγάλους σάκους...μα βέβαια, στέκομαι έξω από μια τράπεζα.
Το αποτέλεσμα  του κερδοφόρου εμπορίου,του κάθε είδους εμπορίου,είναι μέσα  στο σάκο....
Στην περιορισμένη μου περίμετρο  έχει στηθεί ένα κομμάτι του παγκόσμιου παζαριού. Πάνω στον πάγκο  θα βρεις όλα τα νέα αγαθά....επίγειο και άμεσο παράδεισο και παραισθήσεις ,χημικές ουσίες και πλαστικό που κάτι άλλο ήταν πριν και κάτι άλλο θα γίνει μετά, για να σου ντοπάρουν την ψυχολογία και να νομίζεις πως ξεφεύγεις από τη στημένη κόλαση ,ελπίδες ειρήνης και απειλές πολέμου ανάλογα τι  σε βολεύει  ,ανθρώπινα σώματα σε τιμή ευκαιρίας για να γίνετε αφεντικά και δούλοι,πρόθυμους υπηρέτες που για λίγα ψίχουλα ζητούν να  εξυπηρετήσουν τα δικά σου συμφέροντα και τις δικές σου  ανάγκες γιατί οι σάκκοι πρέπει να γεμίζουν, να γεμίζουν...
Η ασφάλεια που μου παρέχει η δική μου ατσαλάκωτη κοινωνική ταυτότητα,θα με παρηγορήσει για λίγο και θα βγω από αυτόν τον κύκλο για να μπω και πάλι στον δικό μου.
Εκ του ασφαλούς  θα λυπηθώ και θα θυμώσω ξανά .Για να τελειώνω με τις τύψεις θα παραδεχτώ πως δεν αλλάζει τίποτα και θα παραμυθιαστώ ξανά, πως δεν είμαι μέσα στο νταραβέρι αυτό.


Ίσως σε κάποια άλλη διάσταση ,σε μια ώρα μηδέν του καθενός,να γίνουμε όλοι ίσοι μπροστά στο κοινό μας ανιδιοτελές αφεντικό.Αλλά μέχρι τότε θα είμαστε όλοι αγοραστές και πραματευτάδες,  έμποροι και συγχρόνως εμπορεύματα, κάτω από τον ίδιο ουρανό.