Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

τα φρούτα του πάθους

Η πείνα.... κακός σύμβουλος

..... πεινασμένα παιδιά , ψάχνουν με τη πεινασμένη μάνα τους κάθε βράδυ τους κάδους σκουπιδιών έξω από ένα σούπερ μάρκετ
Να τους μιλήσεις για πρόοδο ? για φιλοσοφία και ελληνική παιδεία ?μπα... όχι, δεν είναι η κατάλληλη ώρα.

Ο άντρας  πριν πάει στο ταμείο μετράει όλα τα ψιλά που έχουν οι τσέπες του, ακουμπάει κάτω το καλάθι, το υπολογίζει  και λέει του μικρού του γιου να πάει πίσω στο ράφι τη χάρτινη σακούλα με τα κεράσια.Ο μικρός γουρλώνει τα μάτια του,δεν λέει τίποτα, γιατί να έχει  αυτή την τύχη  αυτός  και τα κεράσια που τόσο του αρέσουν , τα παίρνει με προσοχή και τα κοιτάζει με πάθος πριν τα αποχωριστεί και με τα μικρά χεράκια του τα ακουμπάει προσεχτικά στο ράφι .Να μιλήσεις σε αυτούς τους ανθρώπους για τις νέες τεχνολογίες ή την ποίηση? μπα ... όχι ,κάποια άλλη στιγμή.

Ένας νέος πατέρας, που στις 4 τα ξημερώματα αιφνιδιάζει και αφοπλίζει τον ληστή μέσα στο διαμέρισμά του και ξυπνά σαστισμένη η μικρή του κόρη..Κοιτάζονται οι δύο άντρες με παγωμένα μάτια ,ακούνητοι μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου, εμφανίζεται το παιδί, ο πατέρας κρύβει απαλά το μαχαίρι πίσω στη μέση του και ο κλέφτης ακουμπάει με τρόπο στο πάτωμα τα ψιλοπράγματα που είχε αρπάξει.Είναι συμπατριώτης του ο ληστής και το ίδιο νέος , και αυτός με ένα παιδί, είναι γνωστοί εξ όψεως ,ξένοι στον ίδιο τόπο .
 Ο πατέρας μετά από αυτό και αφού ηρεμεί και ξανακοιμίζει το μωρό του μπαίνει στο μπάνιο, λυγίζει ,γονατίζει ,θέλει να ουρλιάξει και για να κρύψει την οργή του και τη λύπη του χώνει τη γροθιά στο στόμα του, δαγκώνεται,λυσσάει ,τα μάτια του για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του γεμίζουν δάκρυα. Κλαίει σιωπηλά γιατί φοβήθηκε γι αυτόν και για το παιδί του και  γιατί λυπήθηκε τον άλλον άντρα και το παιδί του.
Τί να πεις σε αυτούς τους δύο άντρες τέτοια ώρα? να τους μιλήσεις για ηθικούς κανόνες και πολιτισμό ? ξέρουν και οι δυο πόσο σου θολώνει το μυαλό η πείνα.....


Η πείνα ύστερα από μικρή διακοπή ξαναεμφανιζόταν πάλι.Κοίταζα το χωνί που έκανε εντύπωση πως ήταν ολόγεμο, φορτωμένο ωραία ασημένια νομίσματα και παρακινούσα τον εαυτό μου να το πιστεύει, πως ήταν γεμάτο πραγματικά.Προσπαθούσα να μαντέψω το ποσόν.Αν το πετύχαινα ακριβώς όσα κι αν ήταν, ήταν δικά μου! Μιλούσαα δυνατά, έβλεπα με το μυαλό μου τα όμορφα πενηντάρικα στο  βάθος του χωνιού και τις μεγάλες κορώνες από πάνω.Ένα χωνί όλο λεφτά!Το είχα φάει με τα μάτια και με τα χίλια στανιά κρατιόμουν από την επιθυμία , που μουρχόταν να σηκωθώ και να το κλέψω!
                                              Κνουτ Χάμσουν "η Πείνα"